συμπείρω

συμπείρω
Α
1. διαπερνώ, διατρυπώ κάτι μαζί με κάτι άλλο
2. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) συμπεπαρμένος, -η, -ον
άρρωστος, αδύναμος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν-* + πείρω «τρυπώ, διαπερνώ»].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ξυνέπειρε — συμπείρω pierce through together aor ind act 3rd sg συμπείρω pierce through together imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξυνέπειρεν — συμπείρω pierce through together aor ind act 3rd sg συμπείρω pierce through together imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπεπαρμένον — συμπείρω pierce through together perf part mp masc acc sg συμπείρω pierce through together perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπεπαρμένων — συμπείρω pierce through together perf part mp fem gen pl συμπείρω pierce through together perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνέπειρεν — συμπείρω pierce through together aor ind act 3rd sg συμπείρω pierce through together imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπαρῆναι — συμπείρω pierce through together aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπαρέντες — συμπείρω pierce through together aor part pass masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπεπαρμένος — συμπείρω pierce through together perf part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπεπάρθαι — συμπείρω pierce through together perf inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπέπαρμαι — συμπείρω pierce through together perf ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”